Πολλοί φίλοι μας λένε, ότι τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που κρατούν στα χέρια τους, έχουν ακαταλαβίστικες λέξεις και έννοιες.

Μιας και ξεκινάει μια νέα χρονιά, είπαμε και εμείς να κάνουμε μία νέα αρχή και να σας δώσουμε σε αυτό το τεύχος τους σημαντικότερους ασφαλιστικούς όρους -που συχνότερα εσείς μας ρωτάτε- με όσο πιο απλά λόγια γίνεται.

Σήμερα φτάσαμε έως και το γράμμα Ν. Από τον επόμενο μήνα θα γράφουμε 2-3 ασφαλιστικούς όρους κάθε φορά, έτσι ώστε μέσα στο 2017 να έχουμε ολοκληρώσει αυτόν τον «κύκλο σπουδών».

Ανανέωση: Τα ετήσια συμβόλαια ανανεώνονται αυτόματα με τη λήξη της ισχύος τους, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί από την ασφαλιστική εταιρία ή από τον συμβαλλόμενο.

Αξία Πραγματική: Η τρέχουσα αξία που έχει κάθε ασφαλιζόμενο αντικείμενο τη χρονική στιγμή ακριβώς πριν τη ζημιά.

Απαλλαγή – Εκπιπτόμενο Ποσό: Ποσό που αφαιρείται από τη συνολική αποζημίωση που καταβάλλει η ασφαλιστική Εταιρία. Το ποσό αυτό  διαφοροποιείται ανάλογα με τον τύπο ασφάλισης και επιβαρύνεται ο ασφαλισμένος.

Αποζημίωση – Ασφάλισμα: Το ποσό που κατά περίπτωση και ανάλογα με το είδος ασφαλιστηρίου συμβολαίου είναι υποχρεωμένη να καταβάλει η ασφαλιστική Εταιρία ως αποζημίωση σε περίπτωση ατυχήματος, ασθένειας ή ζημιάς.

Ασφαλιζόμενο Αντικείμενο: Αυτό που ασφαλίζεται.

Ασφαλισμένο Ποσό (ή Ασφαλισμένο Κεφάλαιο ή Ασφαλιστική Αξία): Το ποσό μέχρι του οποίου κατ΄ ανώτατο όριο ευθύνεται η Εταιρία σε περίπτωση επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου, προκειμένου να αποκαταστήσει τη ζημιά.

Ασφαλισμένος / Ασφαλιζόμενος: Το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφαλιστική κάλυψη και που κατονομάζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο: Το έγγραφο το οποίο κατοχυρώνει την ασφάλιση, περιέχει τα εξατομικευμένα στοιχεία της ασφάλισης και φέρει την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της Εταιρίας.

Ασφαλιστικός Κίνδυνος (ή Ασφαλισμένος Κίνδυνος ή Καλυπτόμενος Κίνδυνος): Η δυνατότητα επέλευσης ζημιογόνου γεγονότος έναντι του οποίου ασφαλίζεται κανείς. Η πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου γεννά την υποχρέωση της Εταιρίας για αποζημίωση.

Ασφάλιστρο: Το χρηματικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει ο ασφαλισμένος στην ασφαλιστική Εταιρία, ως αντίτιμο για την παροχή προς αυτόν ασφαλιστικής προστασίας.

Ατύχημα: Περιστατικό που οφείλεται σε αιφνίδια, βίαιη, τυχαία αιτία, ανεξάρτητη από τη θέληση του ασφαλισμένου και προκαλεί σε αυτόν σωματικές ή υλικές βλάβες.

Διακανονιστής: Το αρμόδιο πρόσωπο που χειρίζεται τη διαδικασία καταβολής αποζημίωσης.

Διαμεσολαβητής: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να μεσολαβεί μεταξύ πελάτη και ασφαλιστικής Εταιρίας για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων.

Δικαιούχος: Το/α νομικό/α, ή φυσικό/α πρόσωπο/α που έχει δικαίωμα να εισπράξει το ασφάλισμα και ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Δικαίωμα Εναντίωσης: Δικαίωμα εναντίωσης έχει ο πελάτης αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτησή του για ασφάλιση, ή αν δεν του παραδόθηκαν οι όροι του ασφαλιστηρίου. Το δικαίωμα εναντίωσης πρέπει να ασκηθεί από τον πελάτη σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης από το συμβαλλόμενο έχει σαν αποτέλεσμα την ακύρωση της σύμβασης.

Δικαίωμα Συμβολαίου: Το ποσό που εισπράττεται μαζί με το ασφάλιστρο για τα έξοδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Δικαίωμα Υπαναχώρησης: Ο πελάτης σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την παραλαβή του ασφαλιστηρίου έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. γιατί άλλαξε γνώμη).

Εξαίρεση: Περίπτωση που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Οι εξαιρέσεις μπορεί να αφορούν ζημιές, συνθήκες ή δραστηριότητες. Σε κάθε περίπτωση αναγράφονται με σαφήνεια στο συμβόλαιο.

Επασφάλιστρο: Το επιπλέον ποσό με το οποίο επιβαρύνεται το ασφάλιστρο λόγω αυξημένου κινδύνου.

Ζημιά: Μπορεί να είναι υλική ή σωματική και αποζημιώνεται σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Καθαρό Ασφάλιστρο: Το ασφάλιστρο που έχει υπολογιστεί για την κάλυψη του ασφαλισμένου κινδύνου και δεν περιλαμβάνει νόμιμες επιβαρύνσεις.

Κακόβουλες Ενέργειες: Ηθελημένες πράξεις οποιουδήποτε προσώπου που διαπράττονται με σκοπό τη βλάβη των ασφαλισμένων αντικειμένων χωρίς να αποτελούν στάσεις, απεργίες, οχλαγωγίες ή τρομοκρατικές ενέργειες.

Κάλυψη: Η κύρια υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της ασφάλισης «να φέρει τον κίνδυνο», να παρέχει δηλαδή στον ασφαλιζόμενο ασφαλιστική κάλυψη.

Λήπτης της Ασφάλισης-Συμβαλλόμενος: Το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο το οποίο συνάπτει την ασφάλιση με την ασφαλιστική Εταιρία και υποχρεούται στην πληρωμή των ασφαλίστρων. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο συμβαλλόμενος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον ασφαλισμένο.

Μη Δεδουλευμένα Ασφάλιστρα: Το ποσό των ασφαλίστρων που επιστρέφεται αναλογικά στον πελάτη σε περίπτωση διακοπής της ασφάλισης πριν τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου και εφόσον προβλέπεται από το συμβόλαιο.

Μικτή Ασφάλιση: Η ασφάλιση που προβλέπει την καταβολή του κεφαλαίου είτε στον ασφαλισμένο κατά τη λήξη μιας χρονικής περιόδου, είτε με το θάνατό του στους δικαιούχους πριν τη λήξη του.

Μικτό Ασφάλιστρο: Το τελικό ασφάλιστρο που πληρώνει ο πελάτης και περιλαμβάνει όλες τις νόμιμες επιβαρύνσεις (π.χ. φόρος, δικαιώματα).

Nομική Προστασία: Κάλυψη των αμοιβών δικηγόρων και δικαστικών εξόδων για τη νομική υποστήριξη του πελάτη σε περίπτωση απαίτησης αποζημίωσης από αστική ευθύνη.